19/5/11

Ο Φάουστ στην Κοπεγχάγη

Ο Έρενφεστ /Φάουστ στο δωμάτιο μελέτης του
1922: Ο φυσικός Νιλς Μπορ εγκαινιάζει το Ινστιτούτο του, στην Κοπεγχάγη, και προσκαλεί τους σημαντικότερους συναδέλφους του να ανταλλάξουν ιδέες για τη νεογέννητη θεωρία της κβαντικής μηχανικής. Η συνάθροιση καθιερώνεται ως ετήσια συνάντηση των πρωτεργατών αυτής της συγκλονιστικής επιστημονικής επανάστασης.
1932: Η Ευρώπη εμφορείται από πολιτική και κοινωνική αισιοδοξία· οι φυσικοί απολαμβάνουν ένα "Θαυμαστό Έτος" και γιορτάζουν την ανακάλυψη του νετρονίου και τη διάσπαση του πυρήνα. Για τους τιτάνες της φυσικής, το ετήσιο "Φεστιβάλ Μπορ", εκτός από επιστημονική συνάντηση, είναι μια αφορμή για κοινωνικές σχέσεις. Οι νεότεροι του κλάδου οραματίζονται ένα δημιουργικό μέλλον, ανταλλάσσουν σκέψεις πειράγματα και κουτσομπολιά για τους συναδέλφους τους, και, σε κλίμα ευφορίας, δεν διστάζουν να σατιρίσουν την επιστήμη και τους μέντορές τους. Με αφορμή τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Γκαίτε, παρουσιάζουν μια παρωδία του Φάουστ (μια ευρηματική διαπάλη ανάμεσα στην κλασική και την κβαντική μηχανική για την ψυχή της φυσικής), με πρωταγωνιστές τους δασκάλους τους και τις μνημειώδεις διαμάχες τους: τον Πάουλι (Μεφίστο) και τον Μπορ (Κύριος), τον Αϊνστάιν (βασιλιάς), Έρενφεστ (Φάουστ), Τσάντγουικ (Βάγκνερ), τον Μπορν, τον Χάιζενμπεργκ και τον Σρέντινγκερ, τον Φέρμι, τον Ντιράκ, τον Λαντάου, τον Γκάμοφ...
[O Gino Segre εξέδωσε το 2007, το βιβλίο με τίτλο “Ο Φάουστ στην Κοπεγχάγη”,  (εκδόσεις Τραυλός) με αφορμή τη συνάντηση του 1932]
1933: Ξάφνου, η Ευρώπη βυθίζεται στα Τάρταρα· ο ολοκληρωτισμός αλλάζει δραματικά τη ζωή των φερέλπιδων ερευνητών και καταστρέφει τις χώρες τους· οι επιστήμονες χωρίζονται σε ναζί και αντιναζί· η Φυσική βιώνει το τέλος της αθωότητας. Ο "Φάουστ στην Κοπεγχάγη" έμελλε να γίνει το πλέον προφητικό έργο για τις Φαουστιανές συμφωνίες των φυσικών με τον Διάβολο.
................................................................................
....απόσπασμα από τον «Φάουστ» του Βόλφγκανγκ Γκαίτε.....
(Μέσα σε ένα στενό γοτθικό δωμάτιο με ψηλούς θόλους είναι καθισμένος ο Φάουστ μπροστά στο γραφείο του.)
Φάουστ:
Αχ! εσπούδασα φιλοσοφία,
και νομική και ιατρική
Και δυστυχώς και θεολογία
Με κόπο και επιμονή.
Και να με δω, εγώ ο φτωχός μωρός
Και είμαι τόσο σοφός όσο και πρώτα !
Με λένε δάσκαλο, με λένε μάλιστα διδάκτορα,
Και σέρνω δέκα χρόνια τώρα
Τους μαθητές μου από τη μύτη –
Και βλέπω πως δεν μπορούμε τίποτε να γνωρίσουμε !
Αυτό πάει να μου κάψει όλωσδιόλου την καρδιά.

Και είμαι βέβαια σοφότερος απ’ όλους τους λογάδες,
Διδάκτορες, δασκάλους, γραφιάδες και παπάδες ˙
Δεν με τυραννούνε ούτε δισταγμοί ούτε αμφιβολίες,
Δεν φοβάμαι ούτε κόλαση ούτε διάβολο –
Γι’ αυτό χάθηκε για μένα και κάθε χαρά,
Δεν το φαντάζομαι πως γνωρίζω κάτι
καλό στον κόσμο να το διδάξω,
να τον φωτίσω, να τον αλλάξω.
Και δεν έχω ούτε κτήματα ούτε χρήματα,
Ούτε τιμές ούτε και μεγαλεία του κόσμου˙
Ούτε σκυλί δεν θάθελε πια έτσι να ζει.

Γι’ αυτό και παραδόθηκα στη μαγεία,
Μήπως με των πνευμάτων τη δύναμη και το στόμα
Μου φανερωθούνε κάποια μυστικά˙
Να μην παιδεύομαι να πω
Ότι δεν ξέρω ˙ να γνωρίσω τι
Βαθιά τον κόσμο συγκρατεί,
Κάθε αιτία και σπόρο ν’ αντικρύσω
Και να μην παλεύω πια με τις λέξεις.

Ω, φως της πανσελήνου,
Να ή ταν η τελευταία φορά που βλέπεις τον πόνο μου,
Εσύ, που πολλές φορές τα μεσάνυχτα
Σε πρόσμενα άγρυπνος σ’ αυτό το γραφείο˙
Και τότε επάνω στα βιβλία και στα χαρτιά,
Θλιμμένε φίλε, μου εμφανιζόσουνα !
Αχ ! να μπορούσα πάνω σε βουνοκορφές
Να περπατήσω μέσα στ’ αγαπητό σου φως,
Να φτερουγίζω σε βουνοσπηλιές με πνεύματα αντάμα,
Να πλανιέμαι σε λειβάδια κατά το χάραγμά σου,
Απαλλαγμένος από την καπνιά της γνώσης,
Στη δροσιά σου μέσα να λουσθώ, να γειάνω !

Αλλοίμονο ! Θα μείνω ακόμα κλεισμένος σ’ αυτή τη φυλακή;
Καταραμένη, μουχλιασμένη τρώγλη,
Όπου ακόμα και το αγαπητό φως τ’ ουρανού
Έρχεται θλιμμένο μέσα από τα ζωγραφιστά των παραθύρων τζάμια!
Τρώγλη που την στενεύει αυτός εδώ ο σωρός βιβλία,
Που τα τρώνε τα σκουλήκια,
Και που ως τον θόλο ψηλά γεμίζουν καπνισμένα χαρτιά.
Στοιβαγμένη γύρω με γυαλιά και με κουτιά,
Γεμάτη εργαλεία
Και σκεύη πολλά προγονικά –
Αυτός είναι ο κόσμος σου! Αυτό λέγεται κόσμος!

Και ρωτάς ακόμα, γιατί η καρδιά σου
Σφίγγεται δειλά μέσα στο στήθος σου;
Γιατί ένας ανεξήγητος πόνος
Σου κρατάει κάθε παλμό της ζωής;
Αντίς η φύση η ζωντανή
Που μέσα σ’ έπλασε ο θεός,
Σε τριγυρίζει εδώ καπνός,
Μούχλα και σάπιοι σκελετοί

Φύγε! Σήκω! Έξω στην απλόχωρη γη!
Και αυτό το μυστηριώδες βιβλίο,
Απ’ του Νοστράδαμου το ίδιο το χέρι!
Δεν σου είναι συνοδειά αρκετή;
Θα γνωρίσεις τότε των άστρων τον δρόμο;
Και όταν η φύση θα σε διδάσκει,
Τότε της ψυχής η δύναμη θα σου φανερωθεί,
Να ιδείς πως το ένα πνεύμα μιλάει στο άλλο.
Δεν γίνεται η ξερή σκέψη εδώ μέσα
Να σου εξηγήσει τα ιερά σημάδια.
Εσείς φτερουγίζετε, εσείς πνεύματα κοντά μου ˙
Αποκριθείτε μου, αν μ’ ακούτε!

(ανοίγει το βιβλίο και κοιτάζει τα σημεία του Μακρόκοσμου)

Α! Ποια ηδονή κυλάει μ’ αυτή τη θέα
Άξαφνα μέσα σ’ όλες μου τις αισθήσεις!
Αισθάνομαι μια νέα, ιερή χαρά
Στις φλέβες μου να ρέει με φλόγα νέα
Από θεό έχουν τα σημεία αυτά γραφεί
Που την αντάρα μέσα μου σιγάζουν,
Στην άμοιρη καρδιά χαρά σταλάζουν
Και σα με μιάν ορμή κρυφή
Γύρω τις δυνάμεις της φύσης ξεσκεπάζουν;
Θεός μην είμαι; Ο νους φωτίζεται!
Στις καθαρές γραμμές εδώ
Στη δράση της η φύση μου εμφανίζεται
Τώρα πια καταλαβαίνω τι λέει ο σοφός:
«Ο κόσμος των πνευμάτων δεν είναι κλειστός ˙
Το πνεύμα σου είναι κλειστό, η καρδιά σου είναι νεκρή!
Σήκω, λούσε, μαθητή, χωρίς χρονοτριβή
Το γνήσιο στήθος μέσα στο φως της χαραυγής!»

(Κοιτάζει το σημείο)

Πως όλα υφαίνονται σ’ ένα όλο,
Πως το ένα δρα μέσα στο άλλο και ζει!
Πως οι δυνάμεις τ’ ουρανού ανεβοκατεβαίνουν
Και δίνουν η μια στην άλλη τις χρυσές υδρίες!
Με φτερά που ευωδιάζουν ευλογία
Εισχωρούν από τον ουρανό στη γη,
Ηχούν αρμονικά σ’ όλη την πλάση
Τι όραμα! Αλλά άχ! Μονάχα όραμα!
Που να σ’ αδράξω, άπειρη φύση;
Κι εσένα στήθος, κάθε ζωής βρύση
Που πίνει κι ουρανός και γη ! Η μαραμένη
Καρδιά μου εσένα λαχταρεί –
Τρέχεις, ποτίζεις κι εγώ άδικα λιώνω!

(Γυρίζει δυσανασχετώντας μερικά φύλλα του βιβλίου και κοιτάζει τώρα το σημείο του Πνεύματος της Γης)

Πως το σημείο αυτό αλλάζει την ψυχή μου !
Εσύ, πνεύμα της γης, μου είσαι πιο κοντά˙
Αισθάνομαι κιόλας τις δυνάμεις μου ανώτερες,
Φλέγομαι κιόλας σαν από καινούργιο κρασί.
Αισθάνομαι θάρρος στον κόσμο μέσα να ριχθώ,
Της γης τον πόνο, την ευτυχία της γης να βαστάξω,
Με θύελλες ν’ αντιχτυπηθώ
Και στους τριγμούς του ναυαγίου να μη δειλιάσω.
Συννεφιάζει από πάνω μου –
Το φεγγάρι κρύβει το φως του –
Το λυχνάρι μου σβήνει!
Καπνίζει! – Σκιρτούνε κόκκινες φλόγες
Γύρω από το κεφάλι μου – Φυσάει
Μια φρίκη από το θόλο προς τα κάτω
Και με κυριεύει!
Το νιώθω, εσύ φτερουγίζεις γύρω μου, ικετεμένο πνεύμα.
Φανερώσου!
Αχ! πως σχίζεται η καρδιά μου!
Για καινούργια αισθήματα
Όλες μου οι αισθήσεις ανάβουν!
Αισθάνονται την καρδιά μου όλη δοσμένη σε σένα!
Πρέπει να φανερωθείς! Πρέπει! Κι ας στοιχίσει τη ζωή μου!


1. «Ο Φάουστ του Γκαίτε», Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου, Εκδόσεις ελευθέρας σχολής φιλοσοφίας «Ο Πλήθων», 1981
2. «Φάουστ, Τραγωδία», Μετάφραση Κ. Χατζόπουλου, εκδόσεις «Εστίας», 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...